Ο πόλεμος στο μέλλον και οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις

Το στρατηγικό και επιχειρησιακό περιβάλλον των στρατιωτικών δυνάμεων επηρεάζεται από τα συνεχή εξοπλιστικά προγράμματα των κρατών, την καινοτομία του εκσυγχρονισμού των πλατφόρμων μάχης, τις απειλές στον κυβερνοχώρο, ενώ η ρομποτική και τεχνητή νοημοσύνη είναι οι νέες μελλοντικές προκλήσεις
Οι παγκόσμιες προκλήσεις γενικά είναι πάντα ασταθείς και απρόβλεπτες. Δεν είναι μόνο η επαναβεβαίωση των κρατικών απειλών, αλλά και ο ρυθμός της αλλαγής των, που συνδέεται με τη μόνιμη και κλιμακούμενη τεχνολογική επανάσταση, σε συνδυασμό με τον πολλαπλασιασμό των κινδύνων από μη-κρατικούς δρώντες, που επιδεινώνει το αυξανόμενο φάσμα της απειλής.
Η έκθεση «Global Trends 2030, “Alternative Worlds”», του Εθνικού Συμβουλίου Πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών, προβλέπει μια αυξανόμενη διάχυση της ισχύος σε περιφερειακά ανταγωνιστικά κράτη και μη-κρατικούς φορείς. Η Τουρκία, γειτονική και συμμαχική χώρα της Ελλάδας, ενεργεί ως αναθεωρητικό και ανταγωνιστικό κράτος στην περιφέρειά της, η οποία παραβιάζει συστηματικά τη διεθνή τάξη και τις διεθνείς συνθήκες.
γράφει ο Πολυχρόνης Ναλμπάντης για το geoeurope.org
Παράλληλα, το στρατηγικό και επιχειρησιακό περιβάλλον των στρατιωτικών δυνάμεων επηρεάζεται από τα συνεχή εξοπλιστικά προγράμματα των κρατών, την καινοτομία του εκσυγχρονισμού των πλατφόρμων μάχης, τις απειλές στον κυβερνοχώρο, ενώ η ρομποτική και τεχνητή νοημοσύνη είναι οι νέες μελλοντικές προκλήσεις. Το επιχειρησιακό περιβάλλον, το οποίο κινείται προς το 2035, θα χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά υψηλή δυναμική και πολυπλοκότητα και η «φύση του πολέμου» διευρύνεται πέρα από τις παραδοσιακές φυσικές περιοχές σύγκρουσης: ξηρά, θάλασσα και αέρα.
Το επιχειρησιακό περιβάλλον θα συνεχίσει πλέον να αλλάζει με τέσσερις θεμελιώδεις και αλληλένδετους τρόπους: οι αντίπαλοι να προκαλούν την παγκόσμια τάξη σε όλους τους τομείς (domains), όπως: ξηρά, θάλασσα, αέρας, διάστημα, κυβερνοχώρος και ηλεκτρομαγνητικό φάσμα, το δε πεδίο μάχης να γίνεται όλο και πιο θανατηφόρο, η επιχειρησιακή πολυπλοκότητα να αυξάνεται παγκοσμίως και η αποτροπή επιθετικών πράξεων να γίνεται όλο και πιο δύσκολη.
Μέχρι τα τέλη του 2020, οι στρατοί θα έχουν τη δυνατότητα να ενσωματώσουν μεγάλους αριθμούς τηλεχειριζόμενων και ημιαυτόνομων ρομπότ οχημάτων εδάφους, βελτιστοποιημένων για συγκεκριμένα καθήκοντα, όπως: η ανίχνευση, η ασφάλεια, οι μεταφορές στο πεδίο μάχης και η λογιστική υποστήριξη. Επιπλέον, τα μη-επανδρωμένα αεροσκάφη θα είναι σε συνεχή υπηρεσία εκτελώντας αποστολές αναγνώρισης, παρακολούθησης και επιθετικών προσβολών ακριβείας. Τα ρομποτικά αυτά αυτόνομα συστήματα θα εκτελούν τις «ανιαρές ή πληκτικές, επικίνδυνες ή βρώμικες» στρατιωτικές αποστολές, με την αύξησή τους ή την αντικατάσταση των ανθρώπινων χειριστών και θα συμβάλλουν στην απομάκρυνση του στρατιωτικού προσωπικού από επικίνδυνα ή εχθρικά περιβάλλοντα.
Η υλοποίηση μιας προσέγγισης ανθρώπου/μηχανής, ρομποτικής, αυτόνομων συστημάτων και τεχνητής νοημοσύνης, ενδέχεται να αντιπροσωπεύσει ως το μεγαλύτερο και μοναδικό βήμα αλλαγής και καινοτομίας για τη δομή δυνάμεων της χερσαίας δύναμης, που έχει αναληφθεί ποτέ. Έτσι, μια πολύ ικανή και βιώσιμη χερσαία δύναμη μάχης μπορεί να αποτελείται από 250-300 ανθρώπους στρατιώτες και μερικές χιλιάδες ρομποτικά συστήματα διαφόρων μεγεθών και λειτουργιών περί το 2030-2035. Επιπλέον, η ισορροπία μεταξύ επίθεσης/άμυνας φαίνεται ότι θα ταλαντεύεται έντονα υπέρ της άμυνας.
Τα μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα μάχης (UCAVs), οι υπερηχητικοί πύραυλοι, τα όπλα κατευθυνόμενης ενέργειας (όπλα λέιζερ υψηλής ενέργειας και ηλεκτρομαγνητικά πυροβόλα) και η σημαντική αύξηση της ικανότητας του αισθητήρα θα χρησιμοποιούνται σε συνθήκες άρνησης/απαγόρευσης πρόσβασης στους τομείς: ξηρά, θάλασσα, αέρας και διάστημα και θα αντιπροσωπεύουν μια μετατόπιση προς τα πίσω, δηλαδή προς το επιθετικό πλεονέκτημα, μετά από την πολυετή αμυντική πρόοδο στην τεχνολογία των βαλλιστικών πυραύλων και των οπλικών συστημάτων.
Στρατιωτικοί και θεωρητικοί του πολέμου έχουν γράψει για τις αρχές και τα χαρακτηριστικά του για περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια. Παρόλο που οι συγκεκριμένες αρχές πολέμου διαφέρουν με την πάροδο του χρόνου, η αρχή του ελιγμού υπήρξε σταθερή αλλά και μια σημαντική έννοια, η οποία αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για τον πόλεμο από τις πρώτες καταγεγραμμένες ιστορικές μάχες.
Η έννοια του ελιγμού περιλαμβάνει τη χρησιμοποίηση δυνάμεων στην περιοχή επιχειρήσεων συνδυάζοντας την κίνηση των στρατευμάτων με τα πυρά για την επίτευξη μιας πλεονεκτικής θέσης σε σχέση με τον εχθρό. Στοιχεία της θεωρίας πολέμου του ελιγμού εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στα γραπτά του Sun Tzu και εφαρμόστηκαν από τον Θηβαίο στρατηγό Επαμεινώνδα, στη μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ. Στη σύγχρονη περίοδο, ειδικότερα, στον πόλεμο του Ιράκ το 1991, παρατηρείται ότι, οι ιρακινές δυνάμεις προσβλήθηκαν γρήγορα, θεαματικά και συνολικά από μια κοινή διακλαδική δύναμη, χρησιμοποιώντας, κυρίως πρώτης γενιάς δικτυο-κεντρικές τεχνολογίες και επιχειρησιακές έννοιες. Στον επόμενο πόλεμο του Ιράκ το 2003, οι στρατιωτικές δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών, χρησιμοποιώντας την πιο σύγχρονη τεχνολογία των οπλικών συστημάτων, εστίασαν τις επιχειρήσεις στην επίτευξη «κυριαρχίας-dominance» σε όλο το φάσμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων, μέσω της εφαρμογής νέων επιχειρησιακών εννοιών, όπως: κυρίαρχος ελιγμός, εμπλοκή ακριβείας, πλήρης προστασία των στρατιωτικών δυνάμεων σε όλους τους τομείς και εστιασμένη διοικητική μέριμνα.
Ενώ, την περίοδο εκείνη, η αμερικανική στρατιωτική σκέψη υλοποίησε τις νέες επιχειρησιακές έννοιες στο πεδίο της μάχης, οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις/Israel Defence Forces (IDF) εφήρμοσαν μια διαφορετική επιχειρησιακή προσέγγιση, όσον αφορά τον ελιγμό της χερσαίας δύναμης, που ονομάστηκε «απροθυμία ελιγμού – maneuver reluctant».
Κατά τη διάρκεια του δεύτερου πολέμου στο Λίβανο, το 2006, παρουσιάστηκε η δυσκολία λήψης απόφασης από τους κυβερνητικούς φορείς αποφάσεων του Ισραήλ για την εκτόξευση επιθετικών ελιγμών από τις χερσαίες δυνάμεις. Επιπλέον, πέντε έως οκτώ έτη αργότερα, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Λωρίδα της Γάζας, όπως, οι επιχειρήσεις Operations Cast Lead, Pillar of Defense and Protective Edge, σχεδιάστηκαν και πραγματοποιήθηκαν, για να επιτευχθεί ο στρατηγικός στόχος, μόνο με τη χρήση πυρών ασφαλείας-standoff fires, (πυρά που εκτοξεύονται από αποστάσεις μεγαλύτερες από το βεληνεκές των εχθρικών όπλων), χωρίς να τίθενται σε κίνδυνο οι ισραηλινές δυνάμεις, και φαινόταν τούτο να ήταν η καλύτερη εναλλακτική λύση.
Η γενική τάση, κατά την άποψη του Γενικού Επιτελείου του Ισραήλ, ήταν να επενδύσει μόνο το «ουσιώδες ελάχιστο» από τις χερσαίες δυνάμεις και ξαφνικά φαινόταν αυτό να έχει μια λογική στο εσωτερικό του στρατιωτικού οργανισμού. Μια συζήτηση σχετικά με την απαιτούμενη ισορροπία μεταξύ του ελιγμού των χερσαίων δυνάμεων και των αεροπορικών επιδρομών, διεξάγονταν εδώ και χρόνια στις Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις. Η «απροθυμία του ελιγμού» ήταν μια έννοια αρκετά συνηθισμένη στις συζητήσεις μεταξύ των ανώτερων και ανώτατων αξιωματικών του ισραηλινού στρατού. Στην πραγματικότητα, οι στρατιωτικές, στρατηγικές, τεχνολογικές και κοινωνικές συνθήκες εκείνων των δεκαετιών οδήγησαν τις ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ σε μια διαδικασία, ώστε να αποβάλλουν τον ελιγμό της χερσαίας δύναμης από τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και τις στρατηγικές έννοιες.




