Skip to content

Περί εξοπλισμών και αναδιοργάνωσης των Ενόπλων Δυνάμεων

apostratoi

Η παρουσίαση της σύντομης ανάλυσης που ακολουθεί βασίζεται σε δύο βασικές παραδοχές. Αμφότερες αναφέρονται στον τρόπο αντιμετώπισης της επεκτατικότητας της γειτονικής χώρας, Τουρκίας.

Η πρώτη, πράγματι απαισιόδοξη παραδοχή, αναφέρεται στις γενεσιουργούς αιτίες της τουρκικής πολιτικής, τις οποίες θεωρεί δομικές, βαθύτατα στρατηγικές και όχι παροδικές. Κατά συνέπεια εκτιμάται ότι οι αντίστοιχες προκλήσεις-τριβές θα συνεχιστούν τα επόμενα χρόνια με αυξανόμενο ρυθμό και ένταση (ενδεχόμενες με αυξομειώσεις) αλλά κυρίως με επιμονή στους στόχους της Άγκυρας.

Η δεύτερη παραδοχή, αποδέχεται ως βασικό (αλλά όχι μοναδικό) εργαλείο της αντιμετώπισης αυτής της προδιαγεγραμμένης τουρκικής προκλητικότητας, την απόκτηση-διατήρηση ικανής αποτρεπτικής δύναμης. Μιλάμε δηλαδή για ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, ικανές αφενός να επιφέρουν -τουλάχιστον- την επικαλούμενη «αφόρητη» ζημιά στον αντίπαλο και αφετέρου να αντιμετωπίσουν επιτυχώς οποιαδήποτε σύγκρουση μικράς κλίμακος που θα επιδιώξει ο γείτονας ή ενδεχομένως θα προέλθει από τυχαία γεγονότα. Τα παραπάνω σημεία, αποδέχθηκαν σε σημαντικό βαθμό, οι πολιτικές ελίτ της χώρας (και αγόγγυστα ο ελληνικός λαός) -από το 1974 και μετέπειτα- δεικνύοντας όμως σημάδια κάμψεως, ασυνέπειας και αδικαιολόγητης αδράνειας (για διαφόρους λόγους) με αποτέλεσμα την σταδιακή διατάραξη της ισορροπίας στρατιωτικής ισχύος σε βάρος μας. Κρίνεται σκόπιμο να προηγηθεί μια σύντομη αλλά όσο δυνατόν πληρέστερη, περιγραφή της ελληνικής αμυντικής προσπάθειας ώστε να επισημανθούν και αποφευχθούν μελλοντικά οι πολλαπλές δυσλειτουργίες που περιόρισαν την αποτελεσματικότητα της.

Περίοδος αδικαιολόγητης αδράνειας στα θέματα αμύνης υπήρξε την τριετία προ της κρίσεως των Ιμίων (1996) και την περίοδο ευφορίας μετά τους ολυμπιακούς αγώνες του 2004. Η ισορροπία ισχύος επιδεινώθηκε όμως τραγικά την τελευταία περίοδο της ουσιαστικής χρεωκοπίας της χώρας και της αναγκαστικής επιβολής αυστηρότατων μέτρων διεθνούς οικονομικής εποπτείας. Στην ανατροπή αυτή, εκτός από την οικονομική μας κατάσταση, συνετέλεσε και το συντονισμένο, συνεπές και υπερχρηματοδοτούμενο εξοπλιστικό πρόγραμμα της Τουρκίας που υποστηρίχθηκε από μια θεαματική άνοδο της οικονομίας της (τουλάχιστον μέχρι το 2016). Είναι παρήγορο το γεγονός ότι το ανθρώπινο δυναμικό των ενόπλων μας δυνάμεων, εν μέσω της κρίσεως, υπερέβαλε εαυτούς στην προσπάθεια διατήρησης του αξιόμαχου των υλικών και διατήρησης υψηλής μαχητικής ικανότητας.

Η αποτυχία (αδυναμία) όμως της χώρας τα τελευταία 15 χρόνια, να ακολουθήσει -σε λογικά βήματα- την υπερπροσπάθεια της Άγκυρας παρουσιάζει πλέον απτά αποτελέσματα στο αθέατο περιβάλλον της καθημερινής επιχειρησιακής ετοιμότητας και στον επιχειρησιακό σχεδιασμό. Οι ορθά προβαλλόμενοι παράγοντες του ηθικού και της ποιοτικής υπεροχής του προσωπικού μας έχουν τα όρια τους και δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι ικανός αριθμών τούρκων στρατιωτικών έχουν πολεμική εμπειρία, με το αυτό συνεπάγεται.

Η σταδιακή διατάραξη της ισορροπίας ισχύος, παρά τις σε βάθος τουλάχιστον δεκαετίας επισημάνσεις των Επιτελείων και ειδικών του χώρου της άμυνας, δεν θα προκαλούσε την εύλογη ανησυχία, αν η γειτονική χώρα δεν επιδίδονταν τελευταία σε μια έξαρση προκλήσεων, σε κάθε διάσταση, σε κάθε σημείο του ευρύτερου ελλαδικού χώρου και σε κάθε πτυχή των διαφορών μας (διεκδικήσεων της Τουρκίας). Βέβαια θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι –παρά την οικονομική κρίση- ορισμένα βασικά εξοπλιστικά προγράμματα δρομολογήθηκαν τη τελευταία τριετία. Ταυτόχρονα υπάρχει σήμερα μεγάλη συζήτηση για την υλοποίηση ορισμένων κομβικής σημασίας προμηθειών για τη διεκδίκηση της αεροναυτικής μας παρουσίας στους χώρους ενδιαφέροντος. Αρκετοί ειδήμονες στο χώρο της άμυνας θεωρούν τα βήματα αυτά ανεπαρκή και εκτιμώ ότι έχουν απόλυτο δίκαιο. Δεν μπορούμε όμως να παραβλέψουμε και τα αδιάσειστα οικονομικά στοιχεία που αποδεικνύουν τα περιορισμένα όρια των δυνατοτήτων μας.

ellinikos-stratos-570-1280x853

Συγχρόνως, υπαρκτός και δικαιολογημένος είναι ο φόβος για επανάληψη -στο μέτρο που οι οικονομικές μας δυνατότητες επιτρέπουν- της φρενίτιδας προμηθειών της περιόδου 1998-2003. Δεν αναφέρομαι στις υπαρκτές, όπως δυστυχώς τεκμηρίωσαν δικαστικές αποφάσεις, περιπτώσεις διασπάθισης δημοσίου χρήματος με μίζες και υπερκοστολογήσεις πολεμικών υλικών. Αναφέρομαι κυρίως στην προμήθεια πληθώρας κρισίμων υλικών χωρίς να έχει εξασφαλιστεί η απαραίτητη «εν συνεχεία υποστήριξη» τους και η πολυπόθητη διαλειτουργικότητα τους που αποτελεί πολλαπλασιαστή ισχύος.

Σε πολλές περιπτώσεις, υπό το πρόσχημα του (πραγματικά) επείγοντος, αγοράστηκαν αποσπασματικά οπλικά συστήματα σε τιμές υπερβολικές. Φυσικά και αποτελεί νόμο του εμπορίου (ακόμη και των διακρατικών σχέσεων), η παραπάνω του κανονικού χρέωση του «πελάτη» που βρίσκεται σε ανάγκη. Δεν θα αμφισβητήσω ούτε την πολιτική ορθότητα πραγματοποίησης ορισμένων προμηθειών με γνώμονα την επιζητούμενη διεθνή συμπαράσταση. Η πολιτική όμως αυτή απόφαση επιλογής πηγής προμήθειας, πρέπει να εξασφαλίζει με σαφείς δεσμεύσεις τα επιζητούμενα πολιτικά ανταλλάγματα από τον «προμηθευτή» ενώ το παραλαμβανόμενο πολεμικό υλικό πρέπει να εξυπηρετεί τουλάχιστον τις βασικές επιχειρησιακές απαιτήσεις που έχουν θέσει τα αρμόδια επιτελεία, εντασσόμενο ομαλά στο οικείο σύστημα υποστήριξης καιν αρμονικά συνεργαζόμενο με τα λοιπά συστήματα (διαλειτουργικότητα).

Στην εξέταση των αιτίων της μη αποδοτικής αξιοποίησης προμηθειών κυρίων οπλικών συστημάτων θα πρέπει να αποδώσουμε ευθύνες και στις διαχρονικές στρατιωτικές ηγεσίες που δεν έθεσαν με τη σφοδρότητα που επιβάλλεται, τις πιεστικές ανάγκες εξασφάλισης της «εν συνεχεία υποστήριξης» ώστε να επιτυγχάνονται οι απαιτούμενες διαθεσιμότητες των μέσων. Θα μπορούσαμε μάλιστα να τους καταλογίσουμε -υπό το βάρος των πραγματικά επιχειρησιακών πιεστικών αναγκών- την προσήλωση τους στη μεγιστοποίηση του αριθμού των υπό προμήθεια οπλικών συστημάτων, ευελπιστώντας στην μελλοντική επίτευξη των συμφωνιών «εν συνεχεία υποστήριξης». Δυστυχώς οι προσδοκίες αυτές αποδείχθηκαν μάταιες και η πολυπόθητη υποστήριξη των μέσων ουδέποτε επήλθε ή πραγματοποιήθηκε με το σταγονόμετρο. Επιπλέον η σπουδή εκτέλεσης προμηθειών της περιόδου 1998-2003 οδήγησε στη σύναψη συμβάσεων με σημαντικές ελλείψεις, ένεκα πολιτικών παρεμβολών, παράκαμψης διαδικασιών, ακατάλληλης συγκρότησης επιτροπών και μιας κεντρικά πανίσχυρης κατευθυνόμενης διεύθυνσης (Γενική Διεύθυνση Εξοπλισμών) όπου είχαν παρεισφρήσει κομματικοί εγκάθετοι άνευ επαρκών προσόντων και ενδεχομένως στελέχη (ελάχιστα) ελαστικών συνειδήσεων.

Στην παραπάνω περιγραφόμενη κατάσταση, υπήρξε συνυπευθυνότητα (με διαφορετικό πάντα μερίδιο ευθύνης και διαφορετικής στόχευσης) πολιτικών ηγεσιών, στρατιωτικών ηγεσιών, πανίσχυρων κομματικών προσώπων τοποθετημένων με αναξιοκρατικά κριτήρια σε σημαντικές θέσεις, ερευνητικών κέντρων και τεχνολογικών ιδρυμάτων και του επιχειρηματικού κόσμου. Φυσικά την κατάσταση αυτή εκμεταλλεύθηκαν στο έπακρο, εξωτερικοί και εσωτερικοί προμηθευτές, μεγάλες υπερεθνικές εταιρείες και μεσάζοντες (νόμιμοι και παράνομοι), εξασκώντας κάθε είδους πίεση (θεμιτή και μη) και προφανώς καταφεύγοντας σε δόλιες μεθόδους προς μεμονωμένα στελέχη σε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας λήψεως αποφάσεων.

Οι πραγματικές ατασθαλίες και αποτυχίες αυτής της εξοπλιστικής φρενίτιδας, αναπόφευκτα προκάλεσαν ένα κύμα σκανδαλολογίας που οδήγησε σε δικαστικές διώξεις πολιτικών και μη προσώπων. Παράπλευρη απώλεια όλων αυτών των γεγονότων ήταν ο μερικός κλονισμός της εμπιστοσύνης του λαού προς το γενικότερο μηχανισμό λήψεως αποφάσεων των ενόπλων δυνάμεων (κυρίως στα ανώτερα επίπεδα) αλλά και η διστακτικότητα πολιτικών και στρατιωτικών προσώπων να προχωρήσουν στις αυτονόητες και απαραίτητες διαδικασίες προμηθειών. Το πολιτικό κόστος της υλοποίησης οποιαδήποτε προμήθειας, σε ένα περιβάλλον άκρατης σκανδαλολογίας, υπερέβαινε το κόστος της αδράνειας και οι φάκελοι προμηθειών παρέμεναν ακίνητοι στα υπουργικά γραφεία.

Μάλιστα, ένας νόμος περί προμηθειών, με αντικειμενικό στόχο την παρεμπόδιση κάθε ατασθαλίας στις αμυντικές, πέτυχε πλήρως το στόχο του, παρεμποδίζοντας όμως στην ουσία την εκτέλεση οποιασδήποτε αγοράς. Μια πραγματικά ριζοσπαστική ελληνική λύση που απλά παρέβλεπε την εξ ανατολών απειλή! Το πλέον δε εξωφρενικό είναι ότι ενώ οι αδυναμίες του νέου (τότε) νομοθετικού πλαισίου αναδείχθηκαν στην πράξη και με αδιάσειστα στοιχεία και διορθωτικές ενέργειες προτάθηκαν αρμοδίως, ουδεμία ουσιαστική παρέμβαση υλοποιήθηκε από μια πληθώρα υπουργών που ακολούθησαν.

Προσπάθησα να αποδώσω μια σύντομη περιγραφή της εξοπλιστικής κακοδαιμονίας μας μένοντας μακριά από γενικεύσεις και «φθηνές» κατηγορίες κατά πάντων και για τα πάντα. Θα ήταν άδικο να μην επισημάνουμε ότι οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις την τελευταία πεντηκονταετία προχώρησαν στην προμήθεια και πετυχημένη αξιοποίηση κορυφαίων οπλικών συστημάτων και ενίοτε υπήρξαν και ο πρώτος χρήστης αυτών. Επίσης θα επαναλάβω ότι παρά τις ατέλειες ορισμένων συμβάσεων και ειδικά του σκέλους που αφορά την «εν συνεχεία υποστήριξη», οι διαθεσιμότητες είναι πέραν των λογικά εφικτών με τα διατιθέμενα μέσα, χάρη στις προσπάθειες του προσωπικού. Παρά ταύτα και αυτό αποτελεί προσωπική μου εκτίμηση, για ορισμένα κύρια οπλικά συστήματα οι διαθεσιμότητες, για ένα κράτος που αντιμετωπίζει υπαρξιακή απειλή, είναι επικίνδυνα χαμηλές (εύχομαι να κάνω λάθος).

Διαβάστε περισσότερα στη σελίδα enoplos.gr πατώντας εδώ

Απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Discover more from Προσφορές για Στρατιωτικούς

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading