Η αξία ενός υποβρυχίου φράγματος γύρω από την Κύπρο

Του Δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα
Ένα από τα διαχρονικά λάθη του κυπριακού συστήματος εξουσίας είναι ότι παρέβλεψε τον θεμελιώδη ρόλο που παίζει η στρατιωτική ισχύς στη γεωπολιτική ταυτότητα μιας χώρας.
Για να το πούμε πολύ απλά, μια χώρα χωρίς ικανότητες προβολής ισχύος στον δικό της χώρο δεν είναι ακριβώς χώρα.
Είναι κάτι άλλο.
Δεν έχει πλήρη υπόσταση και δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα στο διεθνές σύστημα με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν τα άλλα κράτη.
Βέβαια, η Κυπριακή Δημοκρατία μετά την εισβολή του 1974 ανέπτυξε μια αξιοπρόσεχτη χερσαία στρατιωτική ισχύ.
Όμως, υποβάθμισε τον ρόλο της ναυτικής ισχύος.
Δηλαδή, της ικανότητας να μπορεί να ασκεί αποφασιστική προβολή ισχύος στον θαλάσσιο χώρο της.
Έτσι, έδωσε την ευκαιρία στην Τουρκία να διεξαγάγει την πρόσφατη εισβολή της (γιατί περί εισβολής πρόκειται) σε θαλάσσιο χώρο εθνικής κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Βέβαια, η επικρατούσα άποψη είναι ότι η Κύπρος δεν μπορούσε να αποκτήσει παρόμοιες ικανότητες και, αν ακόμη μπορούσε, δεν θα είχε νόημα, μια και δεν θα ήταν παρά κλάσμα της αντίστοιχης τουρκικής ισχύος.
Περί διεθνούς δικαίου
Όμως, δεν είναι έτσι. Καταρχάς, η στρατιωτική ισχύς δεν χρειάζεται, κατ’ ανάγκην, να είναι τέτοιου μεγέθους που να εξασφαλίζει ισότητα με τον αντίπαλο.
Μία εκ των αποστολών της είναι να δίνει υπόσταση στη χώρα έτσι ώστε να μπορούν να ενεργοποιούνται το διεθνές δίκαιο και οι μηχανισμοί των διεθνών οργανισμών σε περίπτωση που υπάρξει εισβολή.
Δηλαδή, να χρειάζεται ο αντίπαλος να κατανικήσει κάποια αντίσταση ώστε να γίνει κατανοητό και να «επισημοποιηθεί» κατά κάποιο τρόπο ότι πρόκειται για εισβολή.
Ακόμη και μια μικρή στρατιωτική δύναμη που θα αντισταθεί διά των όπλων, έστω κι αν δεν έχει καμιά πιθανότητα επιτυχίας, δημιουργεί με αυτό τον τρόπο ένα ξεκάθαρο κατώφλι για τον αντίπαλο, που γνωρίζει ότι αν το περάσει η ενέργειά του θα θεωρηθεί αναντίρρητα εισβολή και θα υπάρξουν αντιδράσεις.
Αν δεν υπάρχει αυτό το κατώφλι, τότε ο εισβολέας μπορεί να υποκρίνεται (και μαζί του και η «διεθνής κοινότητα») ότι δεν έγινε εισβολή και απλώς υπάρχει κάποια «διμερής διαφορά».
Όχι, βέβαια, ότι οι αντιδράσεις της «διεθνούς κοινότητας» θα μπορούσαν να αποτελέσουν κρίσιμο παράγοντα ανάσχεσης της τουρκικής επιθετικότητας.
Σε κάθε περίπτωση όμως, η Τουρκία θα το σκεφτόταν πολύ περισσότερο να προχωρήσει στις γεωτρήσεις της μέσα στην κυπριακή ΑΟΖ αν ήξερε ότι οι ενέργειές της θα προκαλούσαν στρατιωτική αντίδραση και συνακόλουθα θα αντιμετωπίζονταν ως μια ένοπλη επίθεση σε ένα κυρίαρχο κράτος.
Μπορεί να νικήσει στις θάλασσές της
Αυτά όσον αφορά στον σημαντικό ρόλο ακόμη και της «συμβολικής» αντίστασης.
Όμως, άποψη του γράφοντος είναι ότι η Κύπρος μπορούσε (και μπορεί) να αναπτύξει σοβαρές ναυτικές ικανότητες προβολής ισχύος, τέτοιες που να είναι σε θέση να προστατεύσουν τη θαλάσσια υπόστασή της και να νικήσουν τις τουρκικές αεροναυτικές δυνάμεις αν έτσι απαιτηθεί.
Βέβαια, αυτό δεν μπορεί να γίνει διά συμβατικών μέσων, δηλαδή διά πλοίων επιφανείας.
Πράγματι, η γειτνίαση με την Τουρκία και η ύπαρξη της Τουρκικής Αεροπορίας δεν αφήνουν πολλά περιθώρια δράσης σε έναν κυπριακό στόλο επιφανείας, έστω κι αν υπήρχαν οι οικονομικές και άλλες δυνατότητες να δημιουργηθεί.
Ακόμη κι ένα αμερικανικό αντιτορπιλικό Arleigh Burke τελευταίας γενιάς, που μάλλον είναι το πλοίο επιφανείας με τις μεγαλύτερες ικανότητες αεράμυνας στον πλανήτη σήμερα, δεν θα μπορούσε να ελπίζει ότι θα επιζούσε περισσότερο από μερικά λεπτά σε τόσο κοντινές θάλασσες στην Τουρκία χωρίς αεροπορική υποστήριξη.

