Σαράντα πέντε χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο

tourkiki eisvoli.jpg

Λίγο μετά τις έξι το απόγευμα και μετά από περιπλάνηση περίπου μιας εβδομάδας στη θάλασσα μεταξύ Ρόδου και Κύπρου το αρματαγωγό που μεταφέρει την 107 σειρά της ΕΛΔΥΚ, φτάνει στο λιμάνι της Αμμοχώστου και αποβιβάζει τους περίπου 1.200 στρατιώτες. Είναι 19 Ιουλίου του 1974.

Ανάμεσά τους ο Γιώργος Χουλιαράς και ο Γιώργος Βουρλιόγκας δύο γειτονόπουλα 20 χρόνων από τη συνοικία του Αγίου Δημητρίου στην Πάτρα, που η προηγούμενη ζωή τους δεν τους είχε κάνει φίλους, αλλά οι επόμενες ώρες, ημέρες και χρόνια τους έκαναν συμπολεμιστές.

«Φτάσαμε μετά από μεγάλο ταξίδι, επιτέλους στην Κύπρο. Είχαμε φύγει από το λιμάνι των Κεχριών στις 14 του μήνα» αφηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Γιώργος Χουλιαράς «και ενώ το ταξίδι ήταν περίπου τρεις μέρες, εμείς το κάναμε έξι. Στο πλοίο πάνω μάθαμε για το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Αλλά κάτι οι καθησυχαστικές δηλώσεις των αξιωματικών κάτι το ανέμελο της ηλικίας, που να φανταστούμε το μετά…»

Μετά την αποβίβαση οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ και χωρίστηκαν σε διαφορετικούς λόχους και μετά στους θαλάμους. Μια ήρεμη νύχτα πριν ξημερώσει η τραγωδία…

«Την ώρα που είχαμε πάει για το πρωινό ρόφημα, λίγο πριν τις έξι, ακούσαμε αεροπλάνα να πετούν πάνω από το στρατόπεδο και πριν προλάβουμε καλά-καλά να καταλάβουμε τι συμβαίνει άρχισαν να πέφτουν οι βόμβες», θυμάται μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Χουλιαράς. «Πρώτα οι βόμβες έπεσαν στο γήπεδο και μετά στα κτήρια. Στις 10:30 μας μάζεψαν για να κάνουμε επίθεση κατά του τουρκικού στρατοπέδου, στο Κιόνελι. Ξεκινήσαμε, προχωρήσαμε αλλά ήταν αδύνατο να συνεχίσουμε και μας είπαν να γυρίσουμε πίσω. Τα αεροπλάνα συνέχιζαν τον βομβαρδισμό ενώ είχαν αρχίσει να πέφτουν και οι αλεξιπτωτιστές. Το βράδυ μας μέτρησαν, δηλαδή φωνάζανε τα ονόματά μας και τότε κατάλαβα ότι τουλάχιστον 7 ή 8 δεν ήσαν πια μαζί μας…»

Οι μάχες συνεχίζονται γύρω από το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ και την επομένη νύχτα ο στρατιώτης Χουλιαράς λαμβάνει εντολή να τοποθετηθεί σε ακροαστικό φυλάκιο. Στην ουσία δηλαδή να βγει εκτός των συρματοπλεγμάτων του στρατοπέδου και να προσπαθήσει να ακούσει ή να δει εάν πλησιάζουν οι Τούρκοι.

«Φοβήθηκα γιατί εκεί θα ήμουν μόνος μου απέναντι σε Τούρκους λοκατζήδες. Αλλά τι να κάνω, πήγα. Έπιασα θέση σε ένα μικρό ύψωμα και κάποια στιγμή άρχισα να ακούω κάτι θορύβους. Με προσοχή επέστρεψα στο στρατόπεδο και ενημέρωσα τον αρχιλοχία μου, που δεν με πίστεψε. Άντε ρε φοβητσιάρη μου είπε. Φεύγω τότε και πάω και το λέω και στον λοχαγό. Και πριν προλάβει να ειδοποιήσει ότι έρχονται, βλέπει κάποιους και τους φωνάζει “Αλτ, τις ει”. Και του απαντά μια φωνή. «Τι φωνάζεις βρε βλάκα; Έλληνες είμαστε». Το άκουσα καθαρότατα, ελληνικά. Του ζητά το παρασύνθημα χωρίς να πάρει απάντηση. Και δίνει εντολή για πυρ. Εκεί πρέπει να χάσανε πολλούς, άκουγες σκουσμάρια… Όταν ξαναβγήκα μαζί με άλλους σε ακροαστικά φυλάκια, είδα νεκρούς, όπλα και πυρομαχικά που είχαν εγκαταλείψει..»

Διαβάστε περισσότερα στη σελίδα newsbeast.gr πατώντας εδώ