Ευκαιρίες για την Ελλάδα στο νέο «πακέτο Γιούνκερ»

By

europaiko-koinoboulio-eurokoinoboulio.jpg

Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων, γνωστό και ως «πακέτο Γιούνκερ» επεκτείνεται μέχρι το 2020 και αυξάνει τον στρατηγικό του στόχο στα 500 δισεκατομμύρια ευρώ. Τί σημαίνει αυτό για την Ελλάδα;

Κατ΄αρχήν ευκαιρίες για επενδύσεις και παραγωγή νέου πλούτου. Ενώ μέχρι το καλοκαίρι του 2016 η Ελλάδα και ορισμένες άλλες ευρωπαϊκές χώρες ήταν απούσες στη «μοιρασιά» του πακέτου Γιούνκερ- μάλιστα ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν Γύρκι Κατάινεν υποστήριζε τότε ότι ακόμη και κάποιοι υπουργοί του έλεγαν πως «δεν ενδιαφέρονται»- στη συνέχεια τα πράγματα βελτιώθηκαν. Σήμερα οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν αντλήσει πάνω από πέντε δισεκατομμύρια ευρώ. Αλλά όπως επισημαίνει η ευρωβουλευτής της Ν.Δ. Μαρία Σπυράκη «μπορούμε καλύτερα. Διότι αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι να φτάσει και στην τελευταία μικρομεσαία επιχείρηση το όφελος από αυτό το στρατηγικό εγχείρημα της ΕΕ. Οι νέες προτάσεις δίνουν στην Ελλάδα μια σημαντική ευκαιρία. Ποσά που φτάνουν στα 1,6 δις ευρώ μοχλεύονται για να δώσουν 5,5, δις ευρώ, ωστόσο αυτό γίνεται στο επίπεδο των πολύ μεγάλων επιχειρήσεων. Το στοίχημα λοιπόν είναι πώς θα φτάσουν τα οφέλη αυτά στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις».

Για να γίνει αυτό, επισημαίνει η Ελληνίδα ευρωβουλευτής, τα επενδυτικά σχέδια περνούν μέσα από δύο «φίλτρα»: είτε από τον αποκαλούμενο «Ευρωπαϊκό Κόμβο Επενδυτικών Συμβούλων» που επιδιώκει την ταχύτερη ωρίμανση και υλοποίησή τους, είτε από μία εθνική αναπτυξιακή τράπεζα. «Εδώ, για την Ελλάδα, υπάρχει ένα ζήτημα» λέει η Μαρία Σπυράκη στην Deutsche Welle. «Η συμφωνία της τρίτης αξιολόγησης δεν περιγράφει με λεπτομέρειες τον ρόλο της εθνικής αναπτυξιακής τράπεζας, με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές απορίες αν δύναται να χρησιμοποιηθεί ως φορέας για να δημιουργηθούν τομεακές και περιφερειακές επενδυτικές πλατφόρμες. Έχει σημασία παράλληλα για την Ελλάδα να ενισχυθεί ιδιαιτέρως ο τομέας του τουρισμού με επενδύσεις, με έξυπνες και αποδοτικές λύσεις, αλλά και να γίνουν έργα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής».

Διαβάστε περισσότερα στη σελίδα dw.com πατώντας εδώ

Advertisements