H «μυστήρια» επίσκεψη Ερντογάν, η Εθνική στρατηγική και η «Α έως Ω» Τουρκική απειλή

By

erdogan paulopoulos.jpg

Του Παναγιώτη Ήφαιστου
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Στρατηγικής Θεωρίας

Το παρόν κείμενο γράφεται με αφορμή την επίσημη επίσκεψη του Τούρκου Προέδρου Ερντογάν στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο 2017. Σε ένα πρόσφατο σχόλιο γράψαμε ότι για αυτή την «μυστήρια» επίσκεψη για την οποία πολλοί διερωτήθηκαν δεν μπορούμε να μιλήσουμε με βεβαιότητα πριν καθότι ως προς κάποια ζητήματα χειρισμών για να μιλάς έγκυρα απαιτείται να γνωρίζεις τι υπάρχει μέσα στα αθέατα διπλωματικά κουτιά των πελατειακών διπλωματικών συναλλαγών. Μολαταύτα, στεκόμαστε κριτικά για μια σειρά σημαντικούς λόγους.

Μεταξύ άλλων, στην βάση της δικής μας αντίληψης για το πως συμπλέκονται οι στρατηγικοί σκοποί και μεθοδεύσεις με διπλωματικές στάσεις όπως αυτή, μια τόσο σημαντική επίσκεψη θα ήταν νοητή μόνο εάν είχαν ήδη σταθεροποιηθεί συμφωνίες τερματισμού των διενέξεων στο Αιγαίο και στην Κύπρο στην βάση του διεθνούς δικαίου. Προσκαλώντας ένα ακραία αμφιλεγόμενο αρχηγό κράτους με το βαρύ μητρώο του Ερντογάν και όλα τα θέματα να αιωρούνται είναι τουλάχιστον αξιοπερίεργο. 

Μόνο κριτικά μπορούμε λοιπόν να σταθούμε όσον αφορά μια τέτοια επίσκεψη εκτός και εάν στα διπλωματικά παρασκήνια έγιναν συναλλαγές πρωτίστως με τις ΗΠΑ και κάποια μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη για ελιγμούς και χειρισμούς που εντάσσονται σε αυτό που στην στρατηγική θεωρία ονομάζουμε «πελατειακές σχέσεις – patron client relations» και που εξυπηρετούν ζωτικά Ελληνικά συμφέροντα.

Τα προαναφερθέντα «μαύρα κουτιά της διπλωματίας» έχουν κάποιο νόημα μόνο εάν ήταν ενταγμένα σε μια συνολική εθνική αποτρεπτική στρατηγική η οποία ποτέ δεν είναι υπόθεση ενός ατόμου αλλά του κράτους στο σύνολό του και κυρίως του εκάστοτε πρωθυπουργού και των Υπουργείων Εξωτερικών και Άμυνας. Είναι;

Εκτιμάται πως δεν είναι καθότι με όρους κοινώς αποδεκτούς διεθνώς η κρατική οργάνωση και το πολιτικό σύστημα πασίδηλα και καθημερινά καταμαρτυρείται πως είναι ελλειμματικά. Αυτό πρέπει να αναφέρουμε, δεν είναι μόνο φαινόμενο των τελευταίων δεκαετιών αλλά κατάσταση που επικρατεί ήδη από την δεκαετία του 1830.

Το σημαντικό ζήτημα στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας όπως και με κάθε άλλο κράτος στο ανελέητα συγκρουσιακό και ανταγωνιστικό σύγχρονο διεθνές σύστημα είναι η διάγνωση του κατά πόσο υπάρχει ή δεν υπάρχει αναθεωρητική απειλή. 

Αυτό απαιτεί πρώτον ορισμό της απειλής και δεύτερον σωστές εκτιμήσεις για την σχέση μεταξύ απειλής, ικανότητας και μπλόφας του αμυνόμενου και επιτιθέμενου.
Ιδιαίτερα όσον αφορά το αμυνόμενο κράτος ισχύει η ρήση του Sun Zu, “εάv γvωρίζεις τov αντίπαλο και τov εαυτό σoυ, δεv έχεις αvάγκη vα φoβάσαι τo απoτέλεσμα (ακόμη και) εκατό μαχώv. Εάv γvωρίζεις τov εαυτό σoυ αλλά όχι τov αντίπαλο, για κάθε vίκη πoυ κερδίζεις θα έχεις και μια ήττα. Εάv δέv γvωρίζεις τov εαυτό σoυ, oύτε τov αντίπαλό σου, θα ηττηθείς σε κάθε μάχη”.

Στο νεοελληνικό κράτος το τελευταίο τουλάχιστον τέταρτο του αιώνα δεν γνωρίζουμε αυτόν που μας απειλεί, δεν θέλουμε να ξέρουμε καν αν υπάρχει απειλή, δεν μας ενδιαφέρει εάν μας απειλεί και στρεφόμαστε με ύβρεις και δολοφονίες χαρακτήρα κατά όποιου επιχειρήσει χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της στρατηγικής θεωρίας να ορίσει την απειλή, να περιγράψει τον κίνδυνο και να εξηγήσει τι είναι μια αποτρεπτική στρατηγική ενός αμυνόμενου κράτους.
Πριν πούμε οτιδήποτε άλλο μπορούμε να αναφερθούμε στην πρώτη μετά από πολλές δεκαετίες επίσκεψη αρχηγού του Τουρκικού κράτους στην Ελλάδα.

Ο Ταγίπ Ερντογάν σε συνέντευξή του πριν αποβιβαστεί στην Αθήνα όρισε παραστατικά την Τουρκική απειλή κατά της Ελλάδας. Στην ερώτηση τι εννοεί για την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης απάντησε:  «η Συνθήκη της Λωζάνης δεν περιβάλλει μόνο την Ελλάδα αλλά ολόκληρη την περιοχή. Πιστεύω ότι όλες οι Συνθήκες χρειάζονται μια επικαιροποίηση. Και η Λωζάνη, με βάση τα πρόσφατα γεγονότα, χρειάζεται μια επικαιροποίηση». Και συνέχισε, «Όταν μιλάω για επικαιροποίηση, μπορούμε να συζητήσουμε τα πάντα, από το Α ως το Ω».

Στην στρατηγική θεωρία αυτού του είδους η απειλή ονομάζεται απέραντη απειλή. Δηλαδή τα σύνορα των αναθεωρητικών αξιώσεων είναι τόσο θολά και απροσδιόριστα ούτως ώστε να εκτείνονται, ακριβώς από το Α εως το Ω.

Με πιο πρακτικούς όρους η στρατηγική ανάλυση αν και τα θεωρεί συνδεδεμένα, διακρίνει μεταξύ διαπραγματεύσεων και έναρξης μιας στρατιωτικής σύρραξης.
Όταν η απειλή είναι απέραντη πάνω σε ένα κατευναστικό τραπέζι όπου ο αμυνόμενος δέχεται να συζητήσει αλλαγή της ισχύουσας διεθνούς τάξης οι αναθεωρητικές διεκδικήσεις είναι εκτεταμένες, άγνωστες και διαρκώς αυξανόμενες ανάλογα με το πόσο αναλώσιμο θεωρεί την αμυνόμενο.
Εάν η απειλή προσδιοριστεί ως απέραντη και εάν και όταν η αποτροπή καταρρεύσει και αρχίσει στρατιωτική σύγκρουση τα στρατεύματα του κράτους που απειλεί εάν υπερφαλαγγίσουν τον αμυνόμενο δεν υπάρχουν όρια για το που θα σταματήσουν.

Τι σημαίνει λοιπόν Α έως Ω; Η δήλωση του Ερντογάν ως προς τούτο είναι ιστορική και αποκαλυπτική γιατί για μια ακόμη φορά επαληθεύει τον απέραντο χαρακτήρα της Τουρκικής απειλής.

Στην περίπτωση μιας σύρραξης που θα προκαλέσει η κατευναστική τακτική τα στρατεύματα εκεί που θα σταματήσουν τα στρατεύματα θα είναι και τα τετελεσμένα της βίας τα οποία η εμπειρία δείχνει ότι είναι δύσκολο ή ανέφικτο να ανατραπούν, οπότε και αρχίζουν διαπραγματεύσεις αναγνώρισης του νέου διεθνούς status quo, της νέας δηλαδή διεθνούς τάξης.
Για να μην αναφερθώ σε άλλες ιστορικές εμπειρίες μπορούμε να μνημονεύσουμε την πολύ γνωστή σε όλους και ολοζώντανη περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Με την επισήμανση μάλιστα ότι πέραν του ότι το αμυνόμενο κράτος προχώρησε σε διαπραγματεύσεις αναγνώρισης των τετελεσμένων της παράνομης και καταχρηστικής άσκησης βίας, οι σπάνιες για τον ΟΗΕ ξεκάθαρες αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας για αυτή την παράνομη παραβίαση της διεθνούς τάξης –ιδιαίτερα του 1983, αλλά και της Συνθήκης της Γενεύης για το έγκλημα πολέμου των εποίκων και την κατάφωρη παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην οποία είναι μέλη όλοι οι εμπλεκόμενοι– αποδεικνύονται αναποτελεσματικές εάν η απαίτηση του αμυνόμενου δεν συνοδεύεται από επαρκή ισχύ.

Στο σημείο αυτό, υπογραμμίζουμε ότι γενικότερα ένα κράτος θεωρείται βιώσιμο όταν διαθέτει επαρκή ισχύ να διατηρήσει ή να εφαρμόσει τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου που ορίζουν την διεθνή τάξη και κατά συνέπεια την Επικράτειά του και την οριοθέτηση της κυριαρχίας του με τα άλλα κράτη.
Υπό αυτό το πρίσμα κανείς μπορεί εύλογα να διερωτηθεί που βρίσκονται τα θαλάσσια σύνορα (χωρικά, υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ) της Ελλάδας και πως θα αποκατασταθεί η διεθνής τάξη στην Κύπρο για να διερωτηθεί σε ποιο βαθμό το νεοελληνικό κράτος και το κυπριακό κράτος είναι πλέον βιώσιμα.

Πέραν της καθημερινότητας και της μυστήριας επίσκεψης του Ερντογάν τον Δεκέμβριο 2017 η οποία όπως προχωρούμε θα κριθεί εκ του αποτελέσματος, το μείζον για ένα κράτος το οποίο υπερασπίζεται το status quo είναι να έχει επίγνωση κάποιων πραγμάτων.

Με «επίγνωση» εννοούμε ότι τα κρατικά επιτελεία οφείλουν να γνωρίζουν επακριβώς την απειλή, να διαθέτουν ανά πάσα στιγμή αξιόπιστες εκτιμήσεις για τις ικανότητες του αντιπάλου και να προχωρούν έτσι σε εκτιμήσεις για τον βαθμό μπλόφας και έτσι για τον βαθμό του κινδύνου που διατρέχει το κράτος.

Επειδή τα ζητήματα αυτά έχουν αναλυθεί επανειλημμένα σε δοκίμια άρθρα και εκτενέστερα κείμενα –εκτενέστερο κείμενο είναι το «Αποτρεπτική στρατηγική και Ελληνική Εξωτερική Πολιτική» στο βιβλίο Ελληνική Αποτρεπτική Στρατηγική του 1991 το οποίο δεν εκδόθηκε ξανά επειδή δεν υπάρχει οτιδήποτε για να αλλάξει ή να συμπληρωθεί (είναι εξαντλημένο και θα δημοσιευτεί σύντομα ξανά με επίμετρο)– εδώ θα περιοριστούμε μόνο στην σκιαγράφηση κάποιων πραγμάτων, κάποιων όρων και κάποιων εννοιών που (ας μας επιτραπεί να πούμε «δυστυχώς») θα μας είναι εξαιρετικά χρήσιμοι τους μήνες και χρόνια που έρχονται.
Προσθέτω ότι αυτοί οι όροι και αυτές οι έννοιες αν και αποτελούν Αλφαβητάριο στην στρατηγική θεωρία στην Ελλάδα το μέλημα πολλών εδώ και δεκαετίες είναι να τις εξορκίσουν ή και να τις εξαφανίσουν. Το γιατί δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά μας να το εξιχνιάσουμε.

Απειλή στις διακρατικές σχέσεις είναι η εκδηλωμένη πρόθεση της μιας πλευράς vα πρoκαλέσει κάπoια ζημιά εις βάρoς τωv συμφερόvτωv της άλλης, εάv η τελευταία δέv συμμoρφωθεί ως πρoς τις απαιτήσεις και τηv θέληση της πρώτης. 

Μία απειλή δημιoυργεί κίvδυvo, όταv o απειλώv έχει τα μέσα και τηv θέληση vα τηv εκτελέσει. Η Τουρκία έχει τα μέσα και την πρόθεση. Η απάντηση είναι ότι τα έχει.

Διαβάστε περισσότερα στη σελίδα onalert.gr πατώντας εδώ

Advertisements